Αγορά: https://bit.ly/33AWqqv

ΠΡΟΛΟΓΟΣ (Από τον Συγγραφέα – Μαθηματικό, Λογιότατο, Δημήτρη Σπυρίδωνος)

     Ἄνδρα μοι ἔννεπε, Μοῦσα, πολύτροπον, ενίοτε και ιδιότροπο ή ιδιόρρυθμο, αλλά σίγουρα άντρα ξεχωριστό και καθόλου αδιάφορο στους θεούς. Αναφερόμαστε φυσικά σε ένα από τα αρχετυπικά σύμβολα της ελληνικής ψυχής, τον Ομηρικό Οδυσσέα. Οδυσσέας (και όχι Οδύσσεια) είναι και ο τίτλος του παρόντος έργου, αφού ομολογουμένως είναι αγαπημένος ήρωας του συγγραφέα.

     Το θέμα της «νέας» ιστορίας, ως γνωστόν, αφορά την αδιανόητη  περιπλάνηση του πρώην τηλε-μαχόμενου βασιλιά της Ιθάκης, με μικρές ή και κάπως μακροχρόνιες ίσως και λιγάκι ευχάριστες στάσεις, οι οποίες δε σίγασαν τον πόθο της επιστροφής στη φτωχική πατρίδα, έστω και αν υποσυνείδητα ευχόταν να είναι μακρύς ο δρόμος. Είναι η Οδύσσεια λοιπόν, μεταγραμμένη, ξαναγραμμένη ή μάλλον ξαναειπωμένη από έναν πολυποίκιλο δημιουργό, τον Γιώργο Μπιλικά, με αίσθηση του ρυθμού τόσο στο λόγο όσο και στη μουσική.

     Άραγε τι είναι αυτό που ωθεί τους ανθρώπους του πνεύματος να ασχολούνται τόσο συχνά με την Οδύσσεια και τον Οδυσσέα; (Βλέπε την αθυρόστομη έμμετρη διασκευή – παρωδία των μαθητικών μας χρόνων, τη σχετικά πρόσφατη Οδύσσεια του ποιητή Μιχάλη Γκανά, φυσικά τον Οδυσσέα του Τζόυς, την Πηνελοπιάδα της Μάργκαρετ Άτγουντ και τόσα άλλα έργα). Η προφανής απάντηση είναι ότι η ενασχόληση οφείλεται στη δύναμη αυτού του παναθρώπινου μύθου (;) και στο απαράμιλλο ύφος του Ομήρου φυσικά, το οποίο παρακινεί τους μεταγενέστερους να (ανα) μετρηθούν με τον Ομηρικό κανόνα.

     Και αν υποτίθεται ότι όλα έχουν ειπωθεί πια και το να μιλάς ή να γράφεις σημαίνει να περιπίπτεις σε ταυτολογίες; Το ερώτημα είναι πλαστό, διότι ακόμη και αν ισχύει η υπόθεση, ο πόλεμος με τις λέξεις συνεχίζεται. Πράγματι, συνεχίζουμε να γράφουμε για τα (φαινομενικά) ίδια θέματα, διότι ακόμη και από ίδιες συχνότητες βγαίνουν διαφορετικές και εξαιρετικά ενδιαφέρουσες αρμονικές. Και πιστέψτε με, ο Γιώργος Μπιλικάς ξέρει από συχνότητες, αρμονικές, ήχους και αρμονία.

     Ο πόνος πρέπει να τραγουδιέται, κατά τον Λουδοβίκο (ΙΔ) των Ανωγείων. Έτσι και το έπος πρέπει να ειπωθεί και ο σύγχρονος αοιδός το κάνει με μοναδικό, προσωπικό τρόπο. 

     Κάθε διασκευή – μεταγραφή, έστω και αν είναι πιστή αντιγραφή, έχει την αξία της. Υπενθυμίζουμε το διήγημα του Χ. Λ. Μπόρχες, Πιερ Μενάρ, ο συγγραφέας του Δον Κιχώτη, όπου ο Μενάρ γράφει κατά λέξη (δεν ξαναγράφει, ούτε αντιγράφει) τον Δον Κιχώτη και πρόκειται για όμοιο, αλλά διαφορετικό, νέο έργο. Στο παρόν κείμενο ο συγγραφέας γράφει τον «Οδυσσέα» του σε πληθωρικό εναγκαλισμό με το πνεύμα  του Ομήρου. Ο λόγος του είναι τρέχων, σύγχρονος και ρέων. Πράγματι το κείμενο «ρέει» κατά την ανάγνωση, σε αποτρέπει να διακόψεις και προσφέρει υψηλή αναγνωστική απόλαυση. Επίσης, εκτιμούμε και τον απόηχο που δημιουργείται, εγγράφεται και εν τέλει διαφυλάσσεται στη μνήμη των αναγνωστών.

     Το χαρακτηριστικό του «Οδυσσέα» είναι η προβολή του παρελθόντος στη σημερινή επικαιρότητα, καθ’ ομοίωσιν με τα ειωθότα της εποχής μας. Έτσι κι αλλιώς η εποχή της Οδύσσειας με τη δική μας σύγχρονη πραγματικότητα διατηρεί κάποιες αναλογίες. Ή όπως έλεγε ο Μπόρχες:«Η πραγματικότητα αρέσκεται στις συμμετρίες και στους ανεπαίσθητους αναχρονισμούς». Είναι μια τεχνική που έχει χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν, τηρουμένων των αναλογιών και από τον Μποστ.

     Οι χρονικοί κυματισμοί επιτρέπουν στο «ανοίκειο» να προσλαμβάνεται με πιο «οικείο» τρόπο, ομοίως διευκολύνεται και η οικειοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς. Αυτή η χρονική μετατόπιση επιτρέπει στο κείμενο να διανθίζεται με ένα ανάλαφρο χιούμορ, επιτρέπει στον σαρκασμό, την παρωδία και τη σάτιρα να παρεισδύσουν, να διεισδύσουν και εν τέλει να κατακλύσουν το κείμενο. Όσοι έχουν παρακολουθήσει τη συγγραφική πορεία του Γιώργου Μπιλικά θα αναγνωρίσουν το χαρακτηριστικό του χιούμορ και τη φιλοπαίγμονα διάθεση.

     Είναι η Οδύσσεια και ως εκ τούτου και ο «Οδυσσέας» που έχουμε στα χέρια μας, έργο φανταστικής λογοτεχνίας; Τα νενομισμένα κριτήρια που έχουν θεσπιστεί από τον θεωρητικό της λογοτεχνίας Τσβέταν Τοντόροφ (αίσθηση του ανοίκειου – αλλόκοτου και αίσθηση του θαυμαστού) τηρούνται. Το ανοίκειο – αλλόκοτο είναι διάχυτο στους στίχους και στο κείμενο (βλ. Λαιστρυγόνες, Κύκλωπες, Σκύλλα και Χάρυβδη κ.λπ.). Η αίσθηση του θαυμαστού ξεχειλίζει στο μέρος (του έπους ή μύθου ή θρύλου ή μήπως ακριβούς διήγησης) όπου περιγράφονται τα τεκταινόμενα στο νησί των Φαιάκων.   Οι «αγχίθεοι» Φαίακες (συγγενείς των Θεών) διέθεταν νοοκίνητα και αντιβαρυτικά πλοία με τεχνητή νοημοσύνη. Ήταν νοοκίνητα, δηλαδή, μπορώντας να διαβάσουν την ανθρώπινη σκέψη, πληροφορούνταν από αυτήν και όχι από κάποιο χειροκίνητο όργανο, όπως το τιμόνι.

     Είχαν τεχνητή νοημοσύνη καθώς, έχοντας «νοήματα καὶ φρένας ἀνδρῶν», είχαν τη δυνατότητα να επιλέξουν αν πρέπει να εκτελέσουν μία εντολή ή όχι. Είχαν ένα είδος «σκληρού δίσκου» γεωγραφικών δεδομένων, καθώς ήξεραν «πάντων πόλιας καὶ πίονας ἀγροὺς».

     Επανερχόμενοι στον Πολυμήχανο, προσπαθούμε να ξεχωρίσουμε πτυχές του χαρακτήρα του. Είναι το παγκόσμιο σύμβολο φιλοπατρίας και αταλάντευτης επιμονής. Ο Οδυσσέας νοσταλγούσε την Ιθάκη αλλά ίσως τελικά νοσταλγούσε περισσότερο μέρη που δεν είχε γνωρίσει ποτέ. Άπιστος, αλλά για πίστη διψασμένος, έζησε στο ταξίδι μεθυστικές εκστάσεις, πάντα όμως με στωική εγκαρτέρηση, αφού θα προτιμούσε αντί για την απαστράπτουσα ερωμένη, την πληκτική μητέρα. Όχι ότι απαρνήθηκε το θείο κάλλος της Κίρκης, ή την έτι χαριεστέρα Καλυψώ, αλλά κατά βάθος ήταν δοσμένος στο αφηρημένο κάλλος της Πηνελόπης. Και αν απορεί κανείς, ίσως ο Παπαδιαμάντης να είχε πιάσει το νόημα: «Την αγάπησε όχι δια κάλλος προκλητικόν, αλλ’ από μυστηριώδη έλξιν και αόριστον ψυχική συνάφεια». (Έρμη στα ξένα). Αλλά, μήπως το ατελές δεν είναι τελικά ο παράδεισός μας;

     Στο πολυτελές θέρετρο της Καλυψώς τα διεστώτα μέρη μοιράζονταν ασύμπτωτες αλήθειες και ο Ταλαίπωρος αισθανόταν αποκλεισμένος από τη μοναξιά και τον έρωτα κι από τη μοναξιά του έρωτα.

     Η θεά ήταν καθ’ όλα εράσμια, όμως η εκτίμηση που μπορεί να τρέφουμε για μια γυναίκα είναι τις περισσότερες φορές αντίστροφη προς την ερωτική ομηρία, στην άνευ όρων εξάρτηση στην οποία μας έχει καταδικάσει.

     Ο επαμφοτερισμός του χαρακτήρα του Οδυσσέα μας καταπλήσσει. Από τη μια είναι ο μετριοπαθής, καρτερικός και πολύπειρος θαλασσοπόρος, ο οποίος πολλών  δ᾿ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω και από την άλλη, ο Οδυσσέας λοξίας, ο πολύβουλος, ο αρειμάνιος πολεμιστής που προέβη με ανενδοίαστο πάθος στην αδιανόητη σφαγή όλων των μνηστήρων ή με άλλα λόγια τον ανθό της νεολαίας Ιθάκης και Κεφαλλονιάς. Έτσι απέδειξε, δικαιώνοντας τον Αλεξανδρινό, ότι τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες τους κουβαλούσε μέσα του. Δε σπλαχνίστηκε ούτε τις νεαρές δούλες, τις οποίες, μάλιστα, κρέμασε με παιδαριώδη βαρβαρότητα ο ίδιος ο Τηλέμαχος σε μια τελετή ενηλικίωσης – αποκτήνωσης. Με αυτόν τον τρόπο αποκαταστάθηκε η ηθική τάξη των θεών ή η κατά Λακάν Συμβολική Τάξη. Ω καιροί, ω ήθη…!

     Ολοκληρώνοντας, αυτό που έχει τελικά σημασία είναι η ιδέα της Ιθάκης. Η Ιθάκη, που και μόνο η συνείδηση της ύπαρξής της αρκεί για να δικαιώσει όσους την αναζητούν.                                          
Δημήτρης Σπυρίδωνος
(Συγγραφέας | Μαθηματικός)

ΕΠΙΜΕΤΡΟ (Από τον Ποιητή, Φαίδωνα Αλκίνοο)

Πώς διαβάζοντας μπορείς να ταξιδέψεις; Πώς ταξιδεύεις με καράβι δίχως πλοηγικά μέσα;

Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, Οδυσσέας, με πλοηγό το Γιώργο Μπιλικά, νιώθεις πως επιβιβάζεσαι σ’ ένα πλοίο φαντασίας, αργά αργά, και φτάνεις κάποτε σ’ έναν προορισμό που δε νόμιζες πως υπάρχει, αφού δεν ήξερες την ύπαρξή του.

Το πλοίο λέγεται Φαντασία 2. κατασκευαστής του είναι ο ίδιος ναυπηγός, που κατασκεύασε και άλλο τοιούτο, το Φαντασία 1, το δε όνομά του διεσώθη ως Όμηρος.

Τα πλοία του, τα μεγαλύτερα, τα κοσμοποντοπόρα κι αθάνατα, ήσαν η Ιλιάδα και η Οδύσσεια.

Ο Γιώργος Μπιλικάς, αρνείται να ομολογήσει το κατόρθωμά του, και αντίς να ονομάσει το βιβλίο του Οδύσσεια, το αναφέρει απλά και σεμνά ως Οδυσσέας.

Καλά κάνει; Αποφεύγει συγκρούσεις με τις Μούσες; Αποφεύγει λογοδοτήσεις και μνημονεύσεις στις Κόρες της Μνημοσύνης;

Το βιβλίο που αυτή τη στιγμή κρατάτε στα χέρια σας, είναι ίσως η πιο εκκωφαντική απόδειξη, πως ποτέ δεν τελειώνει η Δημιουργική Διάθεση, αν προσεκτικά και χωρίς ιεροσυλίες, ακουμπήσεις πάνω στα ιερά κείμενα, που απετέλεσαν αναγνώσματα όλων των σοφών και φιλοσόφων, όλων των ανθρώπων των Τεχνών και των Γραμμάτων της Αρχαιότητας, όλων των επιστημόνων που κυριάρχησαν στο παγκόσμιο πνεύμα από τότε μέχρι σήμερα.

Τι έκανε ο Άνθρωπος που θα ήθελε να ασχοληθεί με τις Τέχνες; (Με τα θέματα δηλαδή που ήσαν κτήματα και δικαιοδοσίες των Μουσών;) Πριν απ’ όλα, άνοιγε τα ώτα του, ξετύλιγε παπύρους, στρωνότανε στην υπακοή, με σεβασμό, ώστε να εισχωρήσουν μέσα του, βαθιά του, τα Ιερά Κείμενα. Τα Ησιόδεια και τα Ομηρικά.

Αφού γινόταν κάτοχος των κειμένων αυτών, κι αφού είχε υπερνικήσει και τους φραγμούς των γνώσεων της Γεωμετρίας, ένιωθε πλέον, πως άνοιγαν μπρος του οι ορίζοντες, στους οποίους κι ο ίδιος αυτός, θα μπορούσε να παρουσιάσει τις δεξιότητές του.

(Κι αν κάποια στιγμή θέλησε ο φιλόσοφος να εξορίσει από την Πολιτεία του τους Ποιητές, ή ο άλλος αν θέλησε να θέσει όρους κι όρια με το Περί Ποιητικής του, κανείς από τους δυο τους δεν θα τολμούσε, και δεν τόλμησε, να αποβάλει την Ποίηση, και τους Ποιητές, Ησίοδο και Όμηρο, από τη διδακτέα ύλη των μαθημάτων των Σχολών τους, Ακαδημίας και Λυκείου. Και οι δυο τους, Δάσκαλος και Μαθητής, Πλάτων και Αριστοτέλης, τους μαθητές τους, υποχρέωναν στην εμπέδωση των προπατορικών κειμένων, των ΕΠΩΝ.)

Ο Γιώργος Μπιλικάς, συγγραφέας σήμερα, προέρχεται από τη μουσική. Στα χωράφια των Μουσών παιδιόθεν.

Οι μούσες δεν έχουν ξεκαθαρισμένα και περιφραγμένα τα όρια της κτημοσύνης τους, δεν επιτρέπουν δε τη μεταξύ τους κοινοκτημοσύνη, δεν διατίθενται σε απαλλοτριώσεις, δε δέχονται καταπατήσεις εξ ουδενός, μηδέ θεών μηδέ κι ανθρώπων.

Επιτρέπουν όμως στα χωράφια τους να περιδιαβαίνουν άνθρωποι των Ιδεών, των Τεχνών, των Ερευνών, τους Ποιητές.

Ανέκαθεν δε οι ποιητές συγκρούονταν με τους Μουσικούς. Θεοί τε κι Άνθρωποι, Θνητοί, Ημίθεοι κι Αθάνατοι.

Από τον Ορφέα, το Λίνο, τον Απόλλωνα κι άλλους, κατεγράφησαν για τις εποχές τους, γεγονότα, απίθανα, αιματηρά, αλλά καθόλου απίστευτα.

Το λέω αυτό το καθόλου απίστευτα, με την πεποίθηση, πως δε θα υπήρχε τέχνη, αν δεν προϋπήρχε ο ευγενής ανταγωνισμός, η άμιλλα.

Εκείνη η ψυχοφθόρα γι’ άλλους, η θαυματουργή και θεοτική για άλλους άμιλλα, που οδήγησε τις Τέχνες, στην Ποίηση, στη Μουσική, στο Θέατρο, στη Φιλοσοφία, στις Επιστήμες, στις Τέχνες, στον Παρθενώνα του Πλανήτη Γη.

Ο Γιώργος Μπιλικάς πώς θα ξέφευγε από τα τόσο θελκτικά αρώματα των τόπων των Μουσών, στα οποία ήταν ήδη προεθισμένος λόγω της Μουσικής του προϊστορίας; Πώς;

Να σου λοιπόν η διέξοδος: Οδύσσεια!

Έλα μου όμως που ο σεβασμός του στις Μούσες, δεν του επέτρεψε να μεγαλοπιαστεί…

Σκέφτηκε, μίκρυνε, πιάστηκε γερά, ασχολήθηκε σεμνά και σημερινά, και παρουσίασε τον Οδυσσέα.

Τώρα ο αναγνώστης των αρχαίων κειμένων, ο αναγνώστης κάθε πονήματος που αφορά στα Έπη, θα αναρωτηθεί: κι άλλος με τον Οδυσσέα; δεν παύουν πια; Τι να μας πει κι αυτός;

Επειδή λοιπόν τα ερωτήματα υπάρχουν, θα υπάρξουν άλλωστε και περισσότερα, αν δε διαβάσει κάποιος το βιβλίο αυτό κι επειδή ο συγγραφέας του δε θα μπορέσει να το ομολογήσει ποτέ, σας το λέω από τις γραμμές αυτές, πως:

Καλλίτερη κι ομορφότερη, σπουδαιότερη και πιο απλουστευμένη, απλοποιημένη και πιο σύγχρονη, μεταφορά – μεταγραφή, της Οδύσσειας, δε θα μπορούσε να υπάρξει, δεν έχει άλλο όμοιό του ξανασυμβεί, από την πονηματική αυτή διεργασία που παρουσιάζεται στην έκδοση αυτή.

Ο Διάλογος. Ναι ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ.

Το επόμενο επίτευγμα του Αρχαίου Ελληνικού Λόγου, Μετά από την Ποίηση, ύστερα από το Θέατρο, υπήρξε ο Διάλογος.

Ο μουσικός της Σκηνής, παντρεύει με την εμπειρία του, αυτό που τόσα χρόνια υπηρετεί, τη μουσική το στίχο και την επικοινωνία με το γραπτό λόγο, κάνοντάς τον επικοινωνιακό, κατεβάζοντάς τον, από τη σκηνή στο κοινό.

Παίρνει στα χέρια του την Οδύσσεια, και σχεδόν στίχο-στίχο, ραψωδία στη ραψωδία, θεματική-θεματική, τη μεταγράφει με τον καταπληκτικότερο τρόπο, που έχω συναντήσει ποτέ, στη Νέα Ελληνική, μέσω των Διαλόγων.

Αν ζούσε ο Μπάρμπα Νίκος ο Τσιφόρος, σίγουρα θα τον παρασημοφορούσε. Θα του έτεινε σεμνά το χέρι, για να τον συγχαρεί. Μιας κι ο Αείμνηστος είχε πολύ καταπιαστεί με τους αρχαίους μας με τους μύθους μας με την ιστορία μας, αλλά ο ίδιος χρησιμοποιούσε και την πλασματική ιδιόκτητη μυθοπλασία του.

Ο Γιώργος Μπιλικάς, δεν αλλοιώνει τα κείμενα. Τα κατεβάζει αυτούσια από τις Βιβλιοθήκες του Ελικώνα, και τα μεταγράφει απλά, ως σύγχρονος Ραψωδός, παρουσιάζοντάς τα, αυτούσια, σημερινά, στους ανθρώπους του 2021.

Ο Γιώργος Μπιλικάς, σέβεται τα κείμενα. Δεν τρέχει να ονομαστεί, συγγραφέας χρησιμοποιώντας την πηγή.

Ερεθίστηκε, πόνεσε, βασανίστηκε, κι ως σύγχρονος Τάλας, ως σύγχρονος Οδυσσέας, μεταγράφει τις περιπέτειες και τη σοφία του χιλιετοπάππου του, κλαίγοντας, χαμογελώντας, ελπίζοντας μαζί του, για την Ιθάκη του. Την τόσο πολυπόθητη, για όλους μας Ιθάκη.

Ο συγγραφέας του παρόντος χρησιμοποιεί χιούμορ. Πώς αλλιώς θα μνημόνευα το μακαρίτη Τσιφόρο άλλωστε.

Η επιτήδευσή του όμως στο χρησιμοποιούμενο, εξ αυτού του συγγραφέως, χιούμορ, δεν κατεβάζει τα στοιχεία της ποίησης στο πεζοδρόμιο, δεν εκχυδαΐζει τα νοήματα, δεν παριστάνει τον έξυπνο κοντράροντας με τα αναγραφόμενα στο πρωτότυπο της Οδύσσειας.

Ο συγγραφέας του παρόντος χρησιμοποιεί την ιστορικότητα του αρχαίου κειμένου. Πως αλλιώς θα μνημόνευα το μακαρίτη Τσιφόρο άλλωστε, και πάλι. Μόνο που ο μακαρίτης με βάση την ιστορικότητα έπλεκε κι έμπλεκε δικές του ιστορίες, σύγχρονες ή και παλιότερες, με ακραίο χιούμορ, και πλάγια πολιτικοποίηση, αναπτύσσοντας ενίοτε και αστυνομικές υφάνσεις στα αφηγήματά του. Ο συγγραφέας μας εδώ, δεν πειράζει το κείμενο, οι δε παρεμβάσεις του, τιμούν το πρωτότυπο, εφ’ όσον μάλιστα προέρχονται εξ αυτού.

Κλείνω με δύο στοιχεία που θα πρέπει να κρατήσει γερά ο κάθε αναγνώστης:

1.- Ραψωδία η – 34,35,36 – Η δύναμη της σκέψης – Η ουσία της φαντασίας

νηυσὶ θοῇσιν τοί γε πεποιθότες ὠκείῃσι

(η 35) λαῖτμα μέγ᾽ ἐκπερόωσιν, ἐπεί σφισι δῶκ᾽ ἐνοσίχθων·

τῶν νέες ὠκεῖαι ὡς εἰ πτερὸν ἠὲ νόημα».

Ελεύθερη απόδοση του συγγραφέα:

Τα πλοία τα δικά μας, είναι αλλιώτικα. Δεν υπάρχουν κυβερνήτες, ούτε πηδάλια, ούτε κωπηλάτες, ούτε τίποτα από όλα όσα έχουν τα άλλα καράβια. Τα πλοία τα δικά μας, ξέρουν τις σκέψεις και τις διαθέσεις των ανθρώπων. Γνωρίζουν τις πατρίδες όλων και διαβαίνουν τις θαλασσινές αποστάσεις σαν πουλιά, σκεπασμένα με σκοτάδι και συννεφιά και ποτέ δεν υπάρχει φόβος να πάθουν κάποια  βλάβη.

2.- Ραψωδία λ – απόδοση του συγγραφέα εκ της Νεκυίας – Το νόημα του ταξιδιού και της γνώσεως

– Είσαι έξυπνος Οδυσσέα, αλλά δεν είσαι σοφός. Μόνο το σπίτι σου σκέφτεσαι. Στην ουσία, δεν είμαι εγώ ο τυφλός, αλλά εσύ που δεν βλέπεις ότι το ταξίδι αυτό καθορίζει τη ζωή σου. Μόνο όταν το καταλάβεις αυτό, μόνο τότε θα βρεις το νόημα της σοφίας. Νοιώσε το αυτό που σου λέω.

– Όχι Τειρεσία, το νόημα της σοφίας, θα το βρω μόνος μου. Εσύ, βοήθησε με να βρω το δρόμο για τον γυρισμό.

Καταλήγοντας να επαναλάβω για το παρόν πόνημα, ό,τι έχω πει και στον ίδιο το Γιώργο: Το βιβλίο αυτό θα πρέπει να αποτελέσει το πρώτο εγχειρίδιο για όποιον θα θελήσει να μυηθεί στα βάθη του πρωτοτύπου.

Το βιβλίο αυτό να αποτελέσει εφαλτήριο για τον Γιώργο Μπιλικά, ώστε το εγχειρίδιο αυτό, το τόσο πολύτιμο, να συμπληρωθεί με το δεύτερο, που δε θα είναι άλλο από την εργασία του, επί της πρωτότυπης Ιλιάδας.

Εν αναμονή λοιπόν, ευχόμενος σε κάθε αναγνώστη, να το απολαύσει, αβίαστα και χωρίς δεύτερες σκέψεις.

Φαίδων Αλκίνοος (Ποιητής)


Buy Here: https://bit.ly/3GX0MXZ

Πρόλογος (Απόσπασμα)

[…] Το βιβλίο -ο πρώτος μίας σειράς τόμων- είναι ένα ταξίδι στην ιστορία του ροκ, αλλά ξεπερνά αυτό το όριο, κάνοντας ένα άνοιγμα, με την «Εισαγωγή» του συγγραφέα, γενικότερα σε πτυχές της ιστορίας των χωρών οι οποίες αποτέλεσαν την κοιτίδα του,
μέσα από τη μουσική και τις μπάντες.

[…] Καταλήγοντας, λοιπόν, είναι μία ευτυχής συγκυρία που ο συγγραφέας αποφάσισε να συγκεντρώσει αυτό το υλικό, να το επεξεργαστεί και να το διαθέσει στο κοινό, εφόσον δεν υπάρχει στην ελληνική βιβλιογραφία άλλη παρόμοια προσπάθεια και έτσι έρχεται πολύ όμορφα να γεμίσει το κενό, δίνοντας την ευκαιρία στον αναγνώστη να εμπλουτίσει τις γνώσεις του και να αποκτήσει μεγαλύτερη επίγνωση για το είδος, μέσα από την εποχή από την οποία αναδύθηκε.

Τελικά, άλλωστε, ό,τι και να σημαίνει ροκ και ό,τι κι αν υποδηλώνει η στιβαρότητα αυτής της «σκληρής» λέξης, σίγουρα είναι και ήχος μουσικός και βράχος και πέτρα που κυλά, που τρέχει και βρίσκεται σε μία κίνηση διαρκή, όχι πέφτοντας σαν βαρύ κοτρόνι, αλλά βυθιζόμενο αργά-αργά σαν λιθαράκι στην ψυχή, διεγείροντας τη σκέψη, γεμίζοντας με συναισθήματα την καρδιά και διαμορφώνοντας για τον κάθε ακροατή και συνοδοιπόρο του τη στιγμή, στο πλαίσιο μίας προσωπικής αλλά και μίας συλλογικής συνέχειας…

Καλή ανάγνωση, με την ευχή να δώσει το βιβλίο το έναυσμα σε πολλούς να ανακαλύψουν συγκροτήματα και να κάνουν ενδιαφέρουσες ακροάσεις!

Ιουλία Λυμπεροπούλου (Συγγραφέας | Ιστορικός)

Επίμετρο (Late Bloomer)

Το 38 Special είναι πιστόλι ή συγκρότημα; Ο 13ος όροφος είναι ο γρουσούζικος όροφος που ποτέ δεν σταματά το ασανσέρ ή το συγκρότημα 13th Floor Elevators, από το Texas, που εφηύρε την ψυχεδέλεια, της καλύτερης μαριχουάνας του πλανήτη βοηθούσης; (μου το έχει εκμυστηρευθεί άνθρωπος σε τηλεφωνική μας συνέντευξη που δεν γίνεται να είναι πιο μέσα στα πράγματα).

Με άλλα λόγια, πώς στο διάβολο γίνεται εν έτει 2018 με το διαδίκτυο εδώ και πάνω από 20 χρόνια (με όλες τις αστοχίες του) να διαφεντεύει τα πάντα και εσύ να γράφεις εγκυκλοπαίδειες –όχι μία, αλλά και δύο και τρεις και τέσσερις- και να μην είσαι τρελός, τη στιγμή που ίσως πιο τρελοί από σένα όπως οι Ira Robbins & Marc C. Strong –to name a few- έχουν σιγήσει; Ε μάλλον γίνεται εάν είσαι ένας διαπλανητικός θεόμουρλος, ένας σκοτεινός Lord Byron του rock ‘n’ roll σαν τον Γιώργο Μπιλικά. Χρειάζεται ανομολόγητο αλλά και ομολογημένο θάρρος-θράσος, Θαρσείν Χρη (ή Χρει όπως προτιμάει) για να το επιχειρήσεις/υλοποιήσεις. Προφανώς το “έχει”, όχι επειδή έχει τα εργαλεία, αλλά επειδή έχει cojones και ατελείωτο συναισθηματικό υπόβαθρο.

«Days (I remember of my life)», ένα παλιό τραγουδάκι-τραγουδάρα των Kinks, και διηγώντας τα να δημιουργείς καινούργιες αναμνήσεις: Τον Μάη του 68, τα Berkley’s, τους hippies, τη μικροαστική Αθήνα, τρόπους ζωής, ονειροπολήσεις, συζητήσεις με φίλους, ο ένας στην Κοπεγχάγη, ο άλλος στη Νέα Υόρκη, ο άλλος στο Τορόντο, Κυψέλη, Χαλάνδρι, Περισσός, Αμπελόκηποι, Νέο Ψυχικό, συναυλίες, συγκροτήματα, Green Pajamas, David Sylvian, οικογένειες, παιδιά, η γαμημένη η θνητότητα, αλλά πάνω απ’ όλα, δεν πουλάς τίποτα, δεν ξεχνάς τίποτα, και μέχρι τελικής πτώσεως δημιουργείς καινούργιες αναμνήσεις.

Αυτό νομίζω πως κάνει ο Γιώργος Μπιλικάς. Κάτι σαν τον Ρομπέν των παρηκμασμένων αισιόδοξων, κάτι σαν τον τελευταίο των Μοϊκανών, κάτι σαν τον τελευταίο των ετσιθελικά εθελοτυφλούντων.

Κανέλλος Τερζής (Rock Journalist)



Οδυσσέας: https://bit.ly/33AWqqv

Ευχαριστώ τον Δημήτρη Σπυρίδωνος για τον πρόλογο, τον Φαίδωνα Αλκίνοο για το επίμετρο και την εκδότριά μου Χριστίνα Σαββανή, που καλοδέχθηκε τον «Οδυσσέα» μου, στην Ιθάκη των Εκδόσεων «Άλλωστε».

Πώς διαβάζοντας μπορείς να ταξιδέψεις; Πώς ταξιδεύεις με καράβι δίχως πλοηγικά μέσα;

Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου «Οδυσσέας», με πλοηγό τον Γιώργο Μπιλικά, νιώθεις πως επιβιβάζεσαι σ’ ένα πλοίο φαντασίας, αργά-αργά, και φτάνεις κάποτε σ’ έναν προορισμό που δε νόμιζες πως υπάρχει, αφού δεν ήξερες την ύπαρξή του.

Το πλοίο λέγεται «Φαντασία 2». Κατασκευαστής του είναι ο ίδιος ναυπηγός που κατασκεύασε και άλλο τοιούτο, το «Φαντασία 1», το δε όνομά του διεσώθη ως Όμηρος.

Τα πλοία του, τα μεγαλύτερα, τα κοσμοποντοπόρα κι αθάνατα, ήσαν η Ιλιάδα και η Οδύσσεια.

Ο Γιώργος Μπιλικάς αρνείται να ομολογήσει το κατόρθωμά του, και αντίς να ονομάσει το βιβλίο του «Οδύσσεια», το αναφέρει απλά και σεμνά ως «Οδυσσέας».

Καλά κάνει; Αποφεύγει συγκρούσεις με τις Μούσες; Αποφεύγει λογοδοτήσεις και μνημονεύσεις στις Κόρες της Μνημοσύνης;

Το βιβλίο που αυτή τη στιγμή κρατάτε στα χέρια σας είναι ίσως η πιο εκκωφαντική απόδειξη πως ποτέ δεν τελειώνει η δημιουργική διάθεση αν, προσεκτικά και χωρίς ιεροσυλίες, ακουμπήσεις πάνω στα ιερά κείμενα που απετέλεσαν αναγνώσματα όλων των σοφών και φιλοσόφων, όλων των ανθρώπων των Τεχνών και των Γραμμάτων της αρχαιότητας, όλων των επιστημόνων που κυριάρχησαν στο παγκόσμιο πνεύμα από τότε μέχρι σήμερα.

Φαίδων Αλκίνοος, ποιητής


Jeff Kelly: When the World Was Younger
(Green Monkey Records, 2020)
By George Bilikas

One question that could be asked by future generations to us older ones, is «What did you do during the 2020 pandemic?». How many of us could answer that they did something creative, instead of the funny and well-worn «we gained weight»? How many of us could answer that they found a way to deal with the deteriorated landscape created by the covid-19 pandemic?

Jeff Kelly adapted his plans and channeled his energy into the creation and release of the album, «When the World was Younger», showing his love for Spanish and Portuguese culture.

Jeff is a prolific songwriter who has been writing and recording music since 1984, initially with his band, the Green Pajamas, but also in his solo career during the recent years, on a total of 40+ albums that have been released so far.

I «met» him in 1990 with Green Pajamas’ fourth album, «Ghosts of Love», and when I heard «Angle of Passion», I felt like I was struck by a lightning. Even today, I still cannot listen to it only one time.

Angle of Passion: https://youtu.be/xAvGjv2-_d4

No piece from «Ghosts of Love» lags behind. «Surfacing», «Death of Molly Bernard», «Jails», «Ghosts of Love», «Song for the Maid», «Emily Grace», these are  some of the pieces that «grabbed» me with the first listening. They are small diamonds, which together form a big diamond called «Ghosts of Love». An album for 5/5 stars.

I then searched and found some of the older Green Pajamas’ albums, as well as some of the Jeff’s solos like «Coffee in Nepal», diamonds all for me. He described them as «Old Suff» in a message he once sent me about «CiN» materials.

«You’re right my dear friend Jeff. Everything is moving forward, everything is evolving, and so do the music and the songwriting of each of us, and since everything is evolving, I will agree with you that this is indeed old stuff, but in this case, you have to take into account an emotional connection I have with your songs. Okay, I know you understand that.»

I was upset when Jeff recently announced the dissolution of the Green Pajamas. I understand, of course, that in our lives, some cycles end, and some others start, and understanding this, eased my grief, which turned to joy when I saw Jeff was still recording songs and releasing records, either with his wife Suzanne, or with Green Pajamas’ guitarist Laura Weller, or even alone as a solo artist, like this latest album, «When the World was Younger».

In this album, Jeff shows us his love for Spanish and Portuguese culture, which has already become apparent from his previous album, «Beneath The Stars, Above the River» (2019), and which has pleasantly surprised me, since I have the same love for the Iberian Peninsula and its culture.

The title «Of Missingness» of the following album we could translate with the Portuguese word «Saudade». It is what could have happened, but we realize it has never happened.

Of Missingness: https://youtu.be/FcxwJYmHP_s

For «Only Endless Tomorrows», it was said that such a song could have been written by Cohen as well. Yes, maybe it could, in the sense that this piece is permeated with the melancholy that characterizes the work of both of the poets/songwriters, because in my opinion, Jeff is doing poetry here.

Only Endless Tomorrows: https://youtu.be/dvmZCNK8hP0

The songs on the album are a love letter to Iberian countries and culture, including of course «Cristina Dancing», which Jeff wrote as a tribute to Flamenco dancer Cristina Hoyos. So, waltz or flamenco? The music invites you to a waltz, but combining traditional folk structures with the touch of Spanish flamenco music.

Cristina Dancing: https://youtu.be/Dg7dTa-2lGY

Jeff said he hopes this album «is a little bit of something to help momentarily distract the senses, heal the heavy heart and uplift the spirit». Trying to find his own way through these difficult times that we all experience, he did just that, not only for himself but for me and for you, and for those who want to find a relaxing musical escape from the harsh our daily reality.

If You Go: https://youtu.be/ab6U2F_MQUw

So, I listen to the new songs, I experience new musical proposals, I feel that a new cycle has opened, I travel to new musical atmospheres, and I hear a favorite familiar voice, which sends me nostalgically, back to the old favorite indelible canvas of Green Pajamas, but with a fresh new feeling.

When the World Was Younger: https://bit.ly/2SXSmYL

Thank you, Jeff. Well done…


Σενάριο-Σκηνοθεσία: Δημήτρης Αθανίτης,
Φωτογραφία: Τάκης Βενετσανάκος,
Σκηνικά-Κοστούμια: Άση Δημητρολοπούλου,
Παίζουν: Νίκος Χατζόπουλος, Γιώργος Μπιλικάς, Νίκος Ζωιόπουλος.

Βραβείο Φανταστικού Κινηματογράφου στο Φεστιβάλ Δράμας (1993)

filosofia_700


Blind Willie McTell
Bob Dylan
(Προσπαθώντας να αναλύσω το τραγούδι)

Blind Willie McTell

Ο Samuel Willie McTell, γεννήθηκε στο Thompson της πολιτείας Georgia τον Μάιο του 1901 και πέθανε τον Αύγουστο του 1959. Έπαιζε 12χορδη κιθάρα με τα δάχτυλα και η φωνή του όταν τραγουδούσε, είχε “λευκή” χροιά, αλλά “μαύρο” στυλ. Από το 1927 μέχρι το 1956, ηχογράφησε τραγούδια του σε πολλές εταιρίες με μία ποικιλία ψευδωνύμων. Αυτό το έκανε για να αποφεύγει τις δεσμεύσεις των συμβολαίων που είχε υπογράψει. Άλλαζε μεν ψευδώνυμα, αλλά ποτέ το ύφος και το στυλ του. Ήξεραν λοιπόν όλοι ότι ήταν αυτός, αλλά νομικά, ήταν καλυμμένος. Ένα από αυτά τα ψευδώνυμα, ήταν και το Georgia Sam και ο Dylan αναφέρεται σε αυτό στο τραγούδι “Highway 61 Revisited”/1965.

Τα τραγούδια του δεν ήταν μόνο blues. Έγραφε και ραγκ, αλλά και ποπ και φολκ μπαλάντες.

Οι αναφορές για το πότε τυφλώθηκε διαφέρουν. Άλλοι λένε ότι γεννήθηκε τυφλός και άλλοι επιμένουν ότι έχασε το φως του στα παιδικά του χρόνια. Όποια και να είναι η αλήθεια, παραμένει γεγονός, ότι όταν ξεκίνησε την τραγουδιστική του καριέρα, ήταν ήδη τυφλός και πήγε σε τρία ειδικά σχολεία, για να μάθει να διαβάζει με το σύστημα των τυφλών.

Έμαθε να παίζει κιθάρα από τη μητέρα του και όταν εκείνη πέθανε, ο McTell έφυγε από το σπίτι και έγινε ένας περιπλανώμενος μουσικός παίζοντας με έναν θίασο σε διάφορες πόλεις. Έπαιξε έτσι μαζί με άλλους μπλουζίστες όπως οι Buddy Moss και Curley Weaver.

Οι πρώτοι του δίσκοι, ηχογραφήθηκαν στην Victor και στην Columbia το 1927 και το 1928. Από εκείνη την εποχή, μας έρχονται “διαμάντια” όπως τα: «Statesboro Blues,» «Mama, ‘Tain’t Long ‘for’ Day,» και «Three Women Blues.» Το 1929 η Columbia κυκλοφόρησε το κλασσικό τραγούδι του McTell, «Broke Down Engine Blues.»

Η μουσική του πάντως, δεν κατάφερε να τραβήξει μεγάλη προσοχή και έτσι, μετά το 1949, επέστρεψε στην Ατλάντα όπου συνέχισε να τραγουδάει στους δρόμους.

Ηχογράφησε τον τελευταίο του δίσκο το 1956 και μπήκε στο Blues Foundation’s Hall of Fame το 1981.

Video: https://youtu.be/_uf5gi3E_rQ

Blind Willie McTell
Seen the arrow on the doorpost
Sayin’ this land is condemned
All the way from New Orlean
To Jerusalem
I travelled through East Texas
Where many martyrs fell
And I know noone can sing the blues like Blind Willie McTell.

arrow on the doorpost:
Υπάρχουν αναφορές ότι έβαζαν διάφορα σημάδια στους καταυλισμούς των σκλάβων. Πού να τρώνε, που να κοιμούνται, που να μην πηγαίνουν κλπ…κλπ… Εμένα μου θυμίζει και το αίμα των αρνιών που έβαζαν οι Εβραίοι στις πόρτες τους στα χρόνια που ήταν σκλάβοι στην Αίγυπτο.

East Texas:
Είναι μία σύγκριση με τον Αμερικάνικο Νότο, Στο Νότο ζούσαν πολλοί μαύροι σκλάβοι που υπέφεραν τα πάνδεινα από τους λευκούς. Πολλοί έχαναν τη ζωή τους και οι υπόλοιποι τους είχαν κάτι σαν θρησκευτικούς μάρτυρες. Όπως ακριβώς συνέβαινε στην Αίγυπτο, όταν οι σκλάβοι Εβραίοι, ονειρεύονταν τη Γη της Επαγγελίας.

Well I heard that hoot owl singing
As they were taking down the tents
The stars above the barren trees
Was his only audience
Them charcoal gypsy maidens
Can strut their feathers well
But nobody can sing the blues like Blind Willie McTell

Tents:
Τσίρκο; Καρναβάλι; Κάποιος περιοδεύων θίασος που ο McTell ακολουθούσε στα χρόνια της περιπλάνησης; Κάτι τέτοιο ασφαλώς. Όπως και να είναι, ο McTell δεν υπήρξε και δεν έγινε ποτέ διάσημος μπλουζίστας όπως οι John Lee Hooker, Robert Johnson, Muddy Waters, κλπ…κλπ… Ήταν απόμακρος. Όπως τα νυχτοπούλια κράζουν μοναχικά τις νύχτες, έτσι κι’ αυτός τραγουδούσε με την κιθάρα του τις νύχτες και τα αστέρια ήταν το κοινό του.

gypsy maidens:
Αφού οι τέντες σημαίνουν περιοδεύοντα θίασο, τότε αυτές είναι οι χορεύτριες που χόρευαν εξωτικούς χορούς και αυτό το «Strut their feathers well» σημαίνει ακριβώς εξωτικούς και ερωτικούς χορούς. Όπως στις παλιές ταινίες οι χορεύτριες χόρευαν τέτοιους χορούς ντυμένες με φτερά, ή κρατώντας φτερά. Ο McTell τα εξέφραζε αυτά στα τραγούδια του, πολύ καλά.

See them big plantations burning
Hear the cracking of the whips
Smell that sweet magnolia blooming
See the ghosts of slavery ships
I can hear them tribes moaning
Hear that undertaker’s bell
Nobody can sing the blues like Blind Willie McTell

plantations burning:
Οι φυτείες που καίγονται, σημαίνουν το τέλος του θεσμού της σκλαβιάς στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου.

The cracking of the whips:
Εδώ, έχουμε ένα κοντράστ με την sweet magnolia blooming. Αυτό όμως, δεν σημαίνει τίποτα άλλο παρά μόνο το ότι η “υψηλή κοινωνία” του Νότου, στηρίχτηκε και “πάτησε” πάνω στο θεσμό της σκλαβιάς για να σταθεί. Κοινωνικό κοντράστ.

The slavery ships:
Τα “φαντάσματα” των πλοίων που μετέφεραν σκλάβους, εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμα και σήμερα στην Αμερικανική κοινωνία.

Tribes moaning:
Οι φυλές που βογκάνε, μας πάνε πίσω στα πρώτα χρόνια της σκλαβιάς, στην Αφρικανική Ήπειρο. Οι λευκοί, προκειμένου να πάρουν σκλάβους, διέλυαν οικογένειες, εκμεταλλευόμενοι τις διαφορές και την εχθρότητα μεταξύ των φυλών.

The undertaker’s bell:
Το κουδούνι του νεκροθάφτη που κλείνει αυτό το κουπλέ, προσθέτει μία θλιβερή νότα στην μαύρη περίοδο της σκλαβιάς και για μια φορά ακόμα, μας λέει, ότι κανείς δεν τραγουδάει τα μπλουζ όπως ο Blind Willie McTell. Κανείς δηλαδή δεν μπορεί να μας περιγράψει αυτή την περίοδο καλύτερα από τον Blind Willie McTell.

There’s a woman by the river
With some fine young handsome man
He’s dressed up like a squire
Bootleg whiskey in his hand
There’s a chain gang on the highway
I can hear them rebels yell
And I know no οne can sing the blues like Blind Willie McTell

Νομίζω ότι αυτή η γυναίκα και αυτός ο νεαρός άνδρας, είναι το ίδιο ζευγάρι που αναφέρεται και σε ένα άλλο τραγούδι του Dylan. Στο “Man in the Long Black Coat”/1989.

Α woman by the river:
Μία πολυπρόσωπη φιγούρα. Νομίζω ότι έχει να κάνει με κίνηση και απόδραση. Με φυγή.

fine young handsome man:
Είναι ο Man in the Long Black Coat που είναι και αυτός fine, young & handsome, αλλά τα πράγματα είναι κάπως δυσοίωνα. Τι κάνει μαζί του αυτή η γυναίκα; Προσπαθούν να ξεφύγουν. Να γλιτώσουν τη ζωή τους. Γύρω τους, ο κόσμος είναι κόλαση.

the bootleg whiskey:
Είναι το αλκοόλ από τα παράνομα αποστακτήρια.

the chain gang:
Η παρέα με τις αλυσίδες μπορεί να είναι φυλακισμένοι που απέδρασαν ή σκλάβοι που δουλεύουν και φτιάχνουν το δρόμο (highway), σε κοντράστ με τους επαναστάτες που διαλύουν τη χώρα.

The rebel yell:
Είναι οι φωνές των επαναστατών, αλλά είναι και αυτό το σπαρακτικό που έχει το blues, που βγαίνει από μέσα σου, όταν είσαι σκλάβος με αλυσίδες και ακούς από μακριά τα ουρλιαχτά των επαναστατών να πλησιάζουν προς το μέρος σου. Ποιος ξέρει τι έχουν στο μυαλό τους. Πηγαία έμπνευση ναι, αλλά και τρόμος.

Well God is in His heaven
And we all want what’s his
But power and greed and corruptible seed
Seem to be all that there is
I’m gazing out the window
Of the St. James hotel
And I know no one can sing the blues like Blind Willie McTell

God is in His heaven:
Ο Θεός είναι στον Παράδεισό του και όλοι θέλουμε να πάμε εκεί, αλλά στην πράξη….κολλάμε!!! Στην πράξη κολλάνε και οι πολιτικοί προκειμένου να προωθήσουν τα συμφέροντα που εξυπηρετούν. Το ίδιο έκαναν και όλοι αυτοί οι υπουργοί που πέρασαν, από τα υπουργεία του Νότου. Αναφέρονταν στον Θεό και στη Βίβλο, αλλά η σκλαβιά, παρέμενε σκλαβιά για εκατοντάδες χρόνια.

St. James hotel:
Εδώ έχουμε έναν Dylan στο παράθυρο του ξενοδοχείου St. James, να αναλογίζεται όλα αυτά και να δηλώνει με σιγουριά, ότι κανείς δεν μπορεί να τα πει καλύτερα από τον Blind Willie McTell.

Και το “ειρωνικό” της όλης υπόθεσης, είναι ότι ο Dylan δηλώνει σε κάθε του φινάλε, ότι μόνο ο McTell μπορεί να τραγουδήσει και να μας περιγράψει τα γεγονότα (γι’ αυτό άλλωστε τον ονόμασαν prophet/bluesman), αλλά ο Dylan τα τραγουδάει και τα περιγράφει. Και έχουμε εδώ, ένα από τα καλύτερά του τραγούδια. Και ο ίδιος ο Dylan εξ άλλου, υπήρξε περιπλανώμενος μουσικός και σαν Rolling Stone που είναι, μπορεί εύκολα να μπει σ’ αυτό το πετσί. Αυτή η Rolling Stone ματιά του, είναι ο αγαπημένος του τρόπος να μας περιγράφει μία ιστορία και αυτός ο τρόπος, αυτό το ποιητικό ταλέντο, είναι και η αιτία που ο Δάσκαλος αποκαλείται Prophet/Singer.

Γ.Μ.


Lab_Athens

Μια κατάδυση στη καρδιά της πόλης με οδηγό τον Κώστα Καζανά και μια σειρά από συναντήσεις με απροσδόκητα πρόσωπα. Ο Βάλτερ Μπένζαμιν, οι σουρεαλιστές, οι μινωϊκές στοές, οι στοές του Τορίνου. Ένα ιδιότυπο ντοκ-φίξιον που ταξιδεύει μέσα στις στοές της Αθήνας και τις ανακαλύπτει ξανά, σαν μια μεταφορά του ίδιου του σινεμά.


67685543_111467460201326_1460059563746131968_n

Buy Here: Lulu Press

Ο τόπος που ζούσα θα καταστρέφονταν κάποια στιγμή από πυρηνική έκρηξη. Αυτό ήταν δεδομένο. Το είχαν πει οι προφήτες με τα λυπημένα μάτια και έπρεπε να προετοιμαστώ, να σχεδιάσω τη φυγή μου και να πάω σε άλλο τόπο χωρίς να κοιτάξω πίσω.

Το μέρος που ζούσα ήταν ένα νησί. Γύρω-γύρω είχε θάλασσα και για να φύγω χρειαζόμουν ένα πλοίο που με άλλα λόγια σημαίνει ότι χρειαζόμουν έναν ναυπηγό για να το φτιάξει. Οι προπαγανδιστές όμως του καθεστώτος, διέδιδαν ότι  “τα πλοία είναι φανταστικά οχήματα που δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα. Αυτοί δε, που λένε ότι είναι ναυπηγοί, είναι απλά απατεώνες και είναι απόλυτα βέβαιο ότι κάποια στιγμή όλοι τους θα συλληφθούν και θα εκτελεσθούν, γιατί με αυτά που διαδίδουν περί ναυπήγησης πλοίων, βλάπτουν το καθεστώς.”

Στην αρχή αντέδρασα. Μα τι λένε; Τι θα πει “φανταστικό όχημα”; Στο κάτω-κάτω, έχω και αποδείξεις ότι τα πλοία υπάρχουν. Ο πατέρας μου ήρθε με πλοίο δύο μηνών βρέφος από τη Σμύρνη στον Πειραιά, εγκαταστάθηκε στη Δραπετσώνα και η γιαγιά μου ίσα-ίσα που πρόλαβε να περάσει με πλοίο από τη Σμύρνη απέναντι στη Χίο, για να γεννήσει τη μητέρα μου. Άρα τα πλοία υπάρχουν, γιατί αν δεν υπήρχαν, δεν θα υπήρχα σήμερα ούτε εγώ. Έτσι δεν είναι; Θα ήμουν ένας άλλος άνθρωπος που θα είχε γεννηθεί από άλλους γονείς και που θα ζούσε σε άλλο τόπο και που όλο αυτό θα πει με τη σειρά του ότι τώρα εσύ δεν θα διάβαζες αυτό το βιβλίο, γιατί πολύ απλά, όντας ανύπαρκτος, δεν θα το είχα γράψει.

Όπως όμως κυλούσαν αργά τα χρόνια κι έφευγε γρήγορα ο καιρός, δεν έβλεπα πλοία να φεύγουν για αλλού και είχα αρχίσει να πιστεύω ότι μπορεί οι προπαγανδιστές να έχουν δίκιο. Συνέβη δε και ένα περιστατικό που βοήθησε στο να γίνω θύμα της προπαγάνδας. Είχα κλείσει μία συναυλία στη Μύκονο και καθώς όλα στο νησί που ζούσα κινούνταν με έναν δικό τους εξωπραγματικά χαλαρωτικό και αργό ρυθμό, όταν έφτασα στο λιμάνι του Πειραιά για να…


67615277_102716691085982_7610189815195107328_n
Buy Here: Lulu Press

Κρατάω στην τσέπη μου την ομορφιά της νύχτας
μαζί με ένα εισιτήριο που γράφει:
Βυθίζομαι μαζί Σου.

Κουράζομαι με τον καθένα που προσπαθεί να με δέσει.
Συνειδητοποιώ ότι το ποτήρι μου ξεχειλίζει.
Βυθίζομαι μαζί Σου.

Πέφτω κάτω και αγγίζω το χέρι σου,
αλλά κανείς δεν ξέρει ότι έχω σπασμένη την πλάτη.
Βυθίζομαι μαζί Σου.

Κλείσε τα Μάτια Σου μέχρι να πάνε
καλύτερα τα πράγματα.
Άσε εμένα να φροντίζω γι’ αυτό.
Βυθίζομαι μαζί Σου.

Στην πραγματικότητα,
δεν ήσουνα ποτέ μακριά όλο αυτό το διάστημα.
Βυθίζομαι μαζί Σου.


K
Buy here: Lulu Press

«Το σύμπαν δεν μας στέλνει τους ανθρώπους που θέλουμε. Μας στέλνει αυτούς που χρειαζόμαστε για να μας βοηθήσουν, να μας αγαπήσουν, να μας αφήσουν, να μας πληγώσουν, να μας διδάξουν και να μας κάνουν αυτό που είμαστε προορισμένοι να γίνουμε».
Γιώργος Μπιλικάς (Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Ποια είναι η φύση του έρωτα;
Μπορεί να είναι συγχρόνως πραγματικός κι ιδεαλιστικός;
Ποια είναι τα συστατικά που τον κάνουν αιώνιο;
Είναι προνόμιο του ανθρώπου για την ζωή και τον θάνατο η αδελφή-ψυχή;
Είναι ουτοπία των ρομαντικών το έτερο ήμισυ της ύπαρξης, ή μια απτή πραγματικότητα στην εσωτερική διάσταση της ψυχής;
Έχουν κρυμμένες αιτίες τα φαινόμενα;
Τέτοια ερωτήματα και άλλα θέτει το βιβλίο «Κ» του Γιώργου Μπιλικά και απαντά μέσα από ένα φανταστικό και περιπετειώδες ταξίδι στο χρόνο και στο χώρο και σ΄ έναν έρωτα φυσικό και μεταφυσικό, ορατό κι αόρατο, πρόσκαιρο και αιώνιο, που διαπερνά το θάνατο και εξακολουθεί να ζει, να συνεχίζει, να επιστρέφει και να διαπλατύνει τη ζωή μέσα στον άπειρο χρόνο.
Το νήμα της ιστορίας ξετυλίγεται μέσα από την περιπετειώδη διάθεση, τις υπαρξιακές αναζητήσεις, το ρομαντισμό, το κυνήγι της ουσίας της ζωής, τα περίεργα φαινόμενα και το μοναδικό και ανιστόρητο χιούμορ του συγγραφέα που ως γερή άμυνα τρυπώνει θάρρος απέναντι στα δύσκολα, περιγελά το φόβο και το θάνατο όταν η ζωή και ο εαυτός οδηγούν σε δρόμους αταξίδευτους, εκεί που μόνο οι ρομαντικοί και οι ονειροπόλοι ταξιδευτές τολμούν.
Ακόμα μια φορά ένα μεγάλο ευχαριστώ στον συγγραφέα για τα ωραία ταξίδια που ταξίδεψα μέσα από τα βιβλία του και έμαθα, σκέφτηκα, γέλασα, ονειρεύτηκα, είδα πτυχές του εαυτού μου, συμπορεύτηκα στην περιπέτεια, τη γνώση και τη σοφία του κόσμου.
Ρία Σπανού
Συγγραφέας