Σενάριο-Σκηνοθεσία: Δημήτρης Αθανίτης,
Φωτογραφία: Τάκης Βενετσανάκος,
Σκηνικά-Κοστούμια: Άση Δημητρολοπούλου,
Παίζουν: Νίκος Χατζόπουλος, Γιώργος Μπιλικάς, Νίκος Ζωιόπουλος.

Βραβείο Φανταστικού Κινηματογράφου στο Φεστιβάλ Δράμας (1993)

filosofia_700


Blind Willie McTell
(Προσπαθώντας να αναλύσω το τραγούδι)

Blind Willie McTell

Ο Samuel Willie McTell, γεννήθηκε στο Thompson της πολιτείας Georgia τον Μάιο του 1901 και πέθανε τον Αύγουστο του 1959. Έπαιζε 12χορδη κιθάρα με τα δάχτυλα και η φωνή του όταν τραγουδούσε, είχε “λευκή” χροιά, αλλά “μαύρο” στυλ. Από το 1927 μέχρι το 1956, ηχογράφησε τραγούδια του σε πολλές εταιρίες με μία ποικιλία ψευδωνύμων. Αυτό το έκανε για να αποφεύγει τις δεσμεύσεις των συμβολαίων που είχε υπογράψει. Άλλαζε μεν ψευδώνυμα, αλλά ποτέ το ύφος και το στυλ του. Ήξεραν λοιπόν όλοι ότι ήταν αυτός, αλλά νομικά, ήταν καλυμμένος. Ένα από αυτά τα ψευδώνυμα, ήταν και το Georgia Sam και ο Dylan αναφέρεται σε αυτό στο τραγούδι “Highway 61 Revisited”/1965.

Τα τραγούδια του δεν ήταν μόνο blues. Έγραφε και ραγκ, αλλά και ποπ και φολκ μπαλάντες.

Οι αναφορές για το πότε τυφλώθηκε διαφέρουν. Άλλοι λένε ότι γεννήθηκε τυφλός και άλλοι επιμένουν ότι έχασε το φως του στα παιδικά του χρόνια. Όποια και να είναι η αλήθεια, παραμένει γεγονός, ότι όταν ξεκίνησε την τραγουδιστική του καριέρα, ήταν ήδη τυφλός και πήγε σε τρία ειδικά σχολεία, για να μάθει να διαβάζει με το σύστημα των τυφλών.

Έμαθε να παίζει κιθάρα από τη μητέρα του και όταν εκείνη πέθανε, ο McTell έφυγε από το σπίτι και έγινε ένας περιπλανώμενος μουσικός παίζοντας με έναν θίασο σε διάφορες πόλεις. Έπαιξε έτσι μαζί με άλλους μπλουζίστες όπως οι Buddy Moss και Curley Weaver.

Οι πρώτοι του δίσκοι, ηχογραφήθηκαν στην Victor και στην Columbia το 1927 και το 1928. Από εκείνη την εποχή, μας έρχονται “διαμάντια” όπως τα: «Statesboro Blues,» «Mama, ‘Tain’t Long ‘for’ Day,» και «Three Women Blues.» Το 1929 η Columbia κυκλοφόρησε το κλασσικό τραγούδι του McTell, «Broke Down Engine Blues.»

Η μουσική του πάντως, δεν κατάφερε να τραβήξει μεγάλη προσοχή και έτσι, μετά το 1949, επέστρεψε στην Ατλάντα όπου συνέχισε να τραγουδάει στους δρόμους.

Ηχογράφησε τον τελευταίο του δίσκο το 1956 και μπήκε στο Blues Foundation’s Hall of Fame το 1981.

Blind Willie McTell
Seen the arrow on the doorpost
Sayin’ this land is condemned
All the way from New Orlean
To Jerusalem
I travelled through East Texas
Where many martyrs fell
And I know noone can sing the blues like Blind Willie McTell.

arrow on the doorpost:
Υπάρχουν αναφορές ότι έβαζαν διάφορα σημάδια στους καταυλισμούς των σκλάβων. Πού να τρώνε, που να κοιμούνται, που να μην πηγαίνουν κλπ…κλπ… Εμένα μου θυμίζει και το αίμα των αρνιών που έβαζαν οι Εβραίοι στις πόρτες τους στα χρόνια που ήταν σκλάβοι στην Αίγυπτο.

East Texas:
Είναι μία σύγκριση με τον Αμερικάνικο Νότο, Στο Νότο ζούσαν πολλοί μαύροι σκλάβοι που υπέφεραν τα πάνδεινα από τους λευκούς. Πολλοί έχαναν τη ζωή τους και οι υπόλοιποι τους είχαν κάτι σαν θρησκευτικούς μάρτυρες. Όπως ακριβώς συνέβαινε στην Αίγυπτο, όταν οι σκλάβοι Εβραίοι, ονειρεύονταν τη Γη της Επαγγελίας.

Well I heard that hoot owl singing
As they were taking down the tents
The stars above the barren trees
Was his only audience
Them charcoal gypsy maidens
Can strut their feathers well
But nobody can sing the blues like Blind Willie McTell

Tents:
Τσίρκο; Καρναβάλι; Κάποιος περιοδεύων θίασος που ο McTell ακολουθούσε στα χρόνια της περιπλάνησης; Κάτι τέτοιο ασφαλώς. Όπως και να είναι, ο McTell δεν υπήρξε και δεν έγινε ποτέ διάσημος μπλουζίστας όπως οι John Lee Hooker, Robert Johnson, Muddy Waters, κλπ…κλπ… Ήταν απόμακρος. Όπως τα νυχτοπούλια κράζουν μοναχικά τις νύχτες, έτσι κι’ αυτός τραγουδούσε με την κιθάρα του τις νύχτες και τα αστέρια ήταν το κοινό του.

gypsy maidens:
Αφού οι τέντες σημαίνουν περιοδεύοντα θίασο, τότε αυτές είναι οι χορεύτριες που χόρευαν εξωτικούς χορούς και αυτό το «Strut their feathers well» σημαίνει ακριβώς εξωτικούς και ερωτικούς χορούς. Όπως στις παλιές ταινίες οι χορεύτριες χόρευαν τέτοιους χορούς ντυμένες με φτερά, ή κρατώντας φτερά. Ο McTell τα εξέφραζε αυτά στα τραγούδια του, πολύ καλά.

See them big plantations burning
Hear the cracking of the whips
Smell that sweet magnolia blooming
See the ghosts of slavery ships
I can hear them tribes moaning
Hear that undertaker’s bell
Nobody can sing the blues like Blind Willie McTell

plantations burning:
Οι φυτείες που καίγονται, σημαίνουν το τέλος του θεσμού της σκλαβιάς στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου.

The cracking of the whips:
Εδώ, έχουμε ένα κοντράστ με την sweet magnolia blooming. Αυτό όμως, δεν σημαίνει τίποτα άλλο παρά μόνο το ότι η “υψηλή κοινωνία” του Νότου, στηρίχτηκε και “πάτησε” πάνω στο θεσμό της σκλαβιάς για να σταθεί. Κοινωνικό κοντράστ.

The slavery ships:
Τα “φαντάσματα” των πλοίων που μετέφεραν σκλάβους, εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμα και σήμερα στην Αμερικανική κοινωνία.

Tribes moaning:
Οι φυλές που βογκάνε, μας πάνε πίσω στα πρώτα χρόνια της σκλαβιάς, στην Αφρικανική Ήπειρο. Οι λευκοί, προκειμένου να πάρουν σκλάβους, διέλυαν οικογένειες, εκμεταλλευόμενοι τις διαφορές και την εχθρότητα μεταξύ των φυλών.

The undertaker’s bell:
Το κουδούνι του νεκροθάφτη που κλείνει αυτό το κουπλέ, προσθέτει μία θλιβερή νότα στην μαύρη περίοδο της σκλαβιάς και για μια φορά ακόμα, μας λέει, ότι κανείς δεν τραγουδάει τα μπλουζ όπως ο Blind Willie McTell. Κανείς δηλαδή δεν μπορεί να μας περιγράψει αυτή την περίοδο καλύτερα από τον Blind Willie McTell.

There’s a woman by the river
With some fine young handsome man
He’s dressed up like a squire
Bootleg whiskey in his hand
There’s a chain gang on the highway
I can hear them rebels yell
And I know no οne can sing the blues like Blind Willie McTell

Νομίζω ότι αυτή η γυναίκα και αυτός ο νεαρός άνδρας, είναι το ίδιο ζευγάρι που αναφέρεται και σε ένα άλλο τραγούδι του Dylan. Στο “Man in the Long Black Coat”/1989.

Α woman by the river:
Μία πολυπρόσωπη φιγούρα. Νομίζω ότι έχει να κάνει με κίνηση και απόδραση. Με φυγή.

fine young handsome man:
Είναι ο Man in the Long Black Coat που είναι και αυτός fine, young & handsome, αλλά τα πράγματα είναι κάπως δυσοίωνα. Τι κάνει μαζί του αυτή η γυναίκα; Προσπαθούν να ξεφύγουν. Να γλιτώσουν τη ζωή τους. Γύρω τους, ο κόσμος είναι κόλαση.

the bootleg whiskey:
Είναι το αλκοόλ από τα παράνομα αποστακτήρια.

the chain gang:
Η παρέα με τις αλυσίδες μπορεί να είναι φυλακισμένοι που απέδρασαν ή σκλάβοι που δουλεύουν και φτιάχνουν το δρόμο (highway), σε κοντράστ με τους επαναστάτες που διαλύουν τη χώρα.

The rebel yell:
Είναι οι φωνές των επαναστατών, αλλά είναι και αυτό το σπαρακτικό που έχει το blues, που βγαίνει από μέσα σου, όταν είσαι σκλάβος με αλυσίδες και ακούς από μακριά τα ουρλιαχτά των επαναστατών να πλησιάζουν προς το μέρος σου. Ποιος ξέρει τι έχουν στο μυαλό τους. Πηγαία έμπνευση ναι, αλλά και τρόμος.

Well God is in His heaven
And we all want what’s his
But power and greed and corruptible seed
Seem to be all that there is
I’m gazing out the window
Of the St. James hotel
And I know no one can sing the blues like Blind Willie McTell

God is in His heaven:
Ο Θεός είναι στον Παράδεισό του και όλοι θέλουμε να πάμε εκεί, αλλά στην πράξη….κολλάμε!!! Στην πράξη κολλάνε και οι πολιτικοί προκειμένου να προωθήσουν τα συμφέροντα που εξυπηρετούν. Το ίδιο έκαναν και όλοι αυτοί οι υπουργοί που πέρασαν, από τα υπουργεία του Νότου. Αναφέρονταν στον Θεό και στη Βίβλο, αλλά η σκλαβιά, παρέμενε σκλαβιά για εκατοντάδες χρόνια.

St. James hotel:
Εδώ έχουμε έναν Dylan στο παράθυρο του ξενοδοχείου St. James, να αναλογίζεται όλα αυτά και να δηλώνει με σιγουριά, ότι κανείς δεν μπορεί να τα πει καλύτερα από τον Blind Willie McTell.

Και το “ειρωνικό” της όλης υπόθεσης, είναι ο Dylan δηλώνει σε κάθε του φινάλε, ότι μόνο ο McTell μπορεί να τραγουδήσει και να μας περιγράψει τα γεγονότα (γι’ αυτό άλλωστε τον ονόμασαν prophet/bluesman), αλλά ο Dylan τα τραγουδάει και τα περιγράφει. Και έχουμε εδώ, ένα από τα καλύτερά του τραγούδια. Και ο ίδιος ο Dylan εξ άλλου, υπήρξε περιπλανώμενος μουσικός και σαν Rolling Stone που είναι, μπορεί εύκολα να μπει σ’ αυτό το πετσί. Αυτή η Rolling Stone ματιά του, είναι ο αγαπημένος του τρόπος να μας περιγράφει μία ιστορία και αυτός ο τρόπος, αυτό το ποιητικό ταλέντο, είναι και η αιτία που ο Δάσκαλος αποκαλείται Prophet/Singer.

Γ.Μ.


Lab_Athens

Μια κατάδυση στη καρδιά της πόλης με οδηγό τον Κώστα Καζανά και μια σειρά από συναντήσεις με απροσδόκητα πρόσωπα. Ο Βάλτερ Μπένζαμιν, οι σουρεαλιστές, οι μινωϊκές στοές, οι στοές του Τορίνου. Ένα ιδιότυπο ντοκ-φίξιον που ταξιδεύει μέσα στις στοές της Αθήνας και τις ανακαλύπτει ξανά, σαν μια μεταφορά του ίδιου του σινεμά.


67685543_111467460201326_1460059563746131968_n

Buy Here: Kobo

Ο τόπος που ζούσα θα καταστρέφονταν κάποια στιγμή από πυρηνική έκρηξη. Αυτό ήταν δεδομένο. Το είχαν πει οι προφήτες με τα λυπημένα μάτια και έπρεπε να προετοιμαστώ, να σχεδιάσω τη φυγή μου και να πάω σε άλλο τόπο χωρίς να κοιτάξω πίσω.

Το μέρος που ζούσα ήταν ένα νησί. Γύρω-γύρω είχε θάλασσα και για να φύγω χρειαζόμουν ένα πλοίο που με άλλα λόγια σημαίνει ότι χρειαζόμουν έναν ναυπηγό για να το φτιάξει. Οι προπαγανδιστές όμως του καθεστώτος, διέδιδαν ότι  “τα πλοία είναι φανταστικά οχήματα που δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα. Αυτοί δε, που λένε ότι είναι ναυπηγοί, είναι απλά απατεώνες και είναι απόλυτα βέβαιο ότι κάποια στιγμή όλοι τους θα συλληφθούν και θα εκτελεσθούν, γιατί με αυτά που διαδίδουν περί ναυπήγησης πλοίων, βλάπτουν το καθεστώς.”

Στην αρχή αντέδρασα. Μα τι λένε; Τι θα πει “φανταστικό όχημα”; Στο κάτω-κάτω, έχω και αποδείξεις ότι τα πλοία υπάρχουν. Ο πατέρας μου ήρθε με πλοίο δύο μηνών βρέφος από τη Σμύρνη στον Πειραιά, εγκαταστάθηκε στη Δραπετσώνα και η γιαγιά μου ίσα-ίσα που πρόλαβε να περάσει με πλοίο από τη Σμύρνη απέναντι στη Χίο, για να γεννήσει τη μητέρα μου. Άρα τα πλοία υπάρχουν, γιατί αν δεν υπήρχαν, δεν θα υπήρχα σήμερα ούτε εγώ. Έτσι δεν είναι; Θα ήμουν ένας άλλος άνθρωπος που θα είχε γεννηθεί από άλλους γονείς και που θα ζούσε σε άλλο τόπο και που όλο αυτό θα πει με τη σειρά του ότι τώρα εσύ δεν θα διάβαζες αυτό το βιβλίο, γιατί πολύ απλά, όντας ανύπαρκτος, δεν θα το είχα γράψει.

Όπως όμως κυλούσαν αργά τα χρόνια κι έφευγε γρήγορα ο καιρός, δεν έβλεπα πλοία να φεύγουν για αλλού και είχα αρχίσει να πιστεύω ότι μπορεί οι προπαγανδιστές να έχουν δίκιο. Συνέβη δε και ένα περιστατικό που βοήθησε στο να γίνω θύμα της προπαγάνδας. Είχα κλείσει μία συναυλία στη Μύκονο και καθώς όλα στο νησί που ζούσα κινούνταν με έναν δικό τους εξωπραγματικά χαλαρωτικό και αργό ρυθμό, όταν έφτασα στο λιμάνι του Πειραιά για να…


67615277_102716691085982_7610189815195107328_n
Buy Here: Kobo

Κρατάω στην τσέπη μου την ομορφιά της νύχτας
μαζί με ένα εισιτήριο που γράφει:
Βυθίζομαι μαζί Σου.

Κουράζομαι με τον καθένα που προσπαθεί να με δέσει.
Συνειδητοποιώ ότι το ποτήρι μου ξεχειλίζει.
Βυθίζομαι μαζί Σου.

Πέφτω κάτω και αγγίζω το χέρι σου,
αλλά κανείς δεν ξέρει ότι έχω σπασμένη την πλάτη.
Βυθίζομαι μαζί Σου.

Κλείσε τα Μάτια Σου μέχρι να πάνε
καλύτερα τα πράγματα.
Άσε εμένα να φροντίζω γι’ αυτό.
Βυθίζομαι μαζί Σου.

Στην πραγματικότητα,
δεν ήσουνα ποτέ μακριά όλο αυτό το διάστημα.
Βυθίζομαι μαζί Σου.


K
Buy here: Kobo

«Το σύμπαν δεν μας στέλνει τους ανθρώπους που θέλουμε. Μας στέλνει αυτούς που χρειαζόμαστε για να μας βοηθήσουν, να μας αγαπήσουν, να μας αφήσουν, να μας πληγώσουν, να μας διδάξουν και να μας κάνουν αυτό που είμαστε προορισμένοι να γίνουμε».
Γιώργος Μπιλικάς (Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Ποια είναι η φύση του έρωτα;
Μπορεί να είναι συγχρόνως πραγματικός κι ιδεαλιστικός;
Ποια είναι τα συστατικά που τον κάνουν αιώνιο;
Είναι προνόμιο του ανθρώπου για την ζωή και τον θάνατο η αδελφή-ψυχή;
Είναι ουτοπία των ρομαντικών το έτερο ήμισυ της ύπαρξης, ή μια απτή πραγματικότητα στην εσωτερική διάσταση της ψυχής;
Έχουν κρυμμένες αιτίες τα φαινόμενα;
Τέτοια ερωτήματα και άλλα θέτει το βιβλίο «Κ» του Γιώργου Μπιλικά και απαντά μέσα από ένα φανταστικό και περιπετειώδες ταξίδι στο χρόνο και στο χώρο και σ΄ έναν έρωτα φυσικό και μεταφυσικό, ορατό κι αόρατο, πρόσκαιρο και αιώνιο, που διαπερνά το θάνατο και εξακολουθεί να ζει, να συνεχίζει, να επιστρέφει και να διαπλατύνει τη ζωή μέσα στον άπειρο χρόνο.
Το νήμα της ιστορίας ξετυλίγεται μέσα από την περιπετειώδη διάθεση, τις υπαρξιακές αναζητήσεις, το ρομαντισμό, το κυνήγι της ουσίας της ζωής, τα περίεργα φαινόμενα και το μοναδικό και ανιστόρητο χιούμορ του συγγραφέα που ως γερή άμυνα τρυπώνει θάρρος απέναντι στα δύσκολα, περιγελά το φόβο και το θάνατο όταν η ζωή και ο εαυτός οδηγούν σε δρόμους αταξίδευτους, εκεί που μόνο οι ρομαντικοί και οι ονειροπόλοι ταξιδευτές τολμούν.
Ακόμα μια φορά ένα μεγάλο ευχαριστώ στον συγγραφέα για τα ωραία ταξίδια που ταξίδεψα μέσα από τα βιβλία του και έμαθα, σκέφτηκα, γέλασα, ονειρεύτηκα, είδα πτυχές του εαυτού μου, συμπορεύτηκα στην περιπέτεια, τη γνώση και τη σοφία του κόσμου.
Ρία Σπανού
Συγγραφέας

S.E.P
Buy here: Kobo

[…] Η βροχή δυνάμωσε εντυπωσιακά, αλλά βρήκαν άσυλο σε ένα πάρκο και μέσα από το αυτοκίνητο χάζευαν τη βροχή καθώς έπεφταν οι κεραυνοί και καθώς οι μεγαλειώδεις αστραπές έριχναν σκιές πάνω στους ήχους και έβγαζαν λάμψεις για τους πολεμιστές, για τους πρόσφυγες, για τους στρατιώτες, για τους μπερδεμένους και για τους ανήσυχους.

Κοιτούσαν τις αστραπές, και κάθε φορά που ακουγόταν μία βροντή, κούρνιαζε στην αγκαλιά του φοβισμένη ενώ οι αστραπές έβγαζαν λάμψεις για τον επαναστάτη, για τον άτυχο, για τον μοναχικό, για τον απαρνημένο, για τον τραυματισμένο και για τον απόβλητο.

Ανάμεσα σε αυτό το τρελό σφυροκόπημα της βροχής, ο ουρανός έσπερνε τα ποιήματά του και ο ήχος από τους κεραυνούς, τα σκόρπιζε μακριά, αφήνοντας μπροστά στα μάτια τους λάμψεις για τους τρυφερούς εραστές, για τους προστάτες του νου, για τους ποιητές, για τους ζωγράφους, για τους τραγουδιστές και για τους τροβαδούρους.

Μέσα στην απέραντη νύχτα, η βροχή ξετύλιγε παραμύθια για τις ξεγυμνωμένες απρόσωπες μορφές και οι αστραπές έστελναν λάμψεις για τον δολοπλόκο, για τον κουτσομπόλη, για τον άνανδρο, για τον αλυσοδεμένο και για τον ξεγελασμένο.

Αν και η ομίχλη σιγά-σιγά διαλυόταν, οι αστραπές πέφτανε σαν βέλη στέλνοντας λάμψεις για τους εραστές με τη μοναχική καρδιά, για τα μηχανήματα που κλέβουν τις φωνές, για τα μηνύματα, για τις εισερχόμενες κλήσεις και για τις σιωπές που λένε περισσότερα από τα λόγια. Για τα βουρκωμένα μάτια, για τα τελευταία φιλιά και για τα σφιγμένα χείλη. Για όσους πρέπει να επιστρέψουν, για όσους δεν ξεκίνησαν ποτέ και για όσους ήδη ταξιδεύουν.

Λάμψεις για τα λόγια που δεν ειπώθηκαν, για τα κορμιά που δεν ενώθηκαν, για τα χείλη που δεν άγγιξαν το δέρμα, για τα χέρια που δεν ταξίδεψαν στων ρούχων τα υπόγεια και για τις κραυγές της ψυχής…

(Η συνέχεια στο βιβλίο)


A_A

Buy here: Kobo

Το τρίτο μυθιστόρημα του Γιώργου Μπιλικά, με τίτλο «Al-Andalus», μετά από τις μεταφυσικές αναζητήσεις των δύο προηγούμενων μυθιστορημάτων του, μεταφέρει τον αναγνώστη σε ένα χωροχρονικό ταξίδι και σε σφαίρες ιστορικές που υπήρξαν αλλά και σε άλλες που ίσως να υπάρξουν στο μέλλον. Στις σελίδες του παρελαύνουν ιππότες με πανοπλίες, άλογα και αγώνες, χάνια, χρώματα θερμά του μεσογειακού νότου, με ανατολικές επιδράσεις στην αισθητική και στις συνήθειες, σε ένα χωνευτήρι πολιτισμών, σε ένα σταυροδρόμι συνάντησης της Δύσης με την Ανατολή, ακόμα και με χρώμα ελληνικό από το νησί της Κίρκης στο μακρινό μέλλον του 3014 μ.Χ. Κεντρικός ήρωας είναι πάντα ο Ορφέας, που αναπτύσσει στον αναγνώστη, αφορμή των νέων περιπετειών του, συλλογισμούς απορρέοντες από τις ιστορικές του ανακαλύψεις, τις μυθολογικές του γνώσεις όπως τις συνδέει κριτικά με το παρόν του, τις μεταφυσικές και φιλοσοφικές του αναζητήσεις επιπλέον, φιλτραρισμένους με χιούμορ και με το χαρακτηριστικό και οικείο στον αναγνώστη και των άλλων βιβλίων του συγγραφέα ύφος του ήρωα.

Στο «Al-Andalus» βλέπουμε, εκτός των άλλων, τι γίνεται όταν η τεχνολογία μεταφέρεται στο 940 μ.Χ. στην Κόρδοβα, την εποχή της Reconquista, τότε που μεσουρανούσε ο Χαλίφης Αμπντ-Αλ-Ραχμάν Γ’. Ο Ορφέας βρίσκεται και πάλι εν μέσω μίας περιπλάνησης, σαν άλλος ένας τροβαδούρος ιππότης, στην περίπτωσή του, έχοντας, όμως, διαρκώς αγκιστρωμένη τη σκέψη του στον Οδυσσέα ως νοερό εφαλτήριο, καθώς ψάχνει τη Λύρα, την οποία του έκλεψε ο Χαλίφης. Τελικά, με τη βοήθεια της μάγισσας Κίρκης, ανακαλύπτει στην πορεία και τη χαμένη Ευρυδίκη, την οποία πάντα ελπίζει και πιστεύει πως θα ξανασυναντήσει. Αλλά δεν είναι εύκολη υπόθεση η απόκτηση των όσων επιθυμεί, σε έναν ξένο τόπο, δίχως ταυτότητα και όντας ο Κανένας. Πασχίζοντας να γίνει κάποιος, επομένως, ώστε να διεκδικήσει ό,τι θεωρεί πως του ανήκει, καλύπτει μέσα σε μερικές εβδομάδες το κενό για όσα εκ των πραγμάτων αγνοεί, από την εποχή του (Αρχαιότητα) έως και το 3014 μ.Χ., με τρόπο μαγικό. Έτσι γίνεται, λοιπόν, ιππότης, τραγουδάει live Rock συναυλία για το Χαλίφη και τους Μαυριτανούς, και άλλα πολλά, προκειμένου να ξεγελάσει τον «Άδη» −ο Χαλίφης εδώ−, με μία ρομαντική αρπαγή! Θα τα καταφέρει άραγε;

Ιουλία Λυμπεροπούλου
Συγγραφέας


455867084963870_6376307154856443904_n
Buy here: Kobo
«Όταν ζορίζουν τα πράγματα, οι ζόρικοι προχωρούν», λέει ένα ρητό. Ο Γιώργος Μπιλικάς κάνει το δεύτερο μυθιστορηματικό του βήμα. Μια βόλτα ελευθερίας από τη βάση του κεντρικού ήρωα – ένα μικρό rock bar στο κέντρο της Αθήνας – μέχρι το Σούνιο. Στη διάρκειά της ανακατεύονται στοιχεία της φύσης και στοιχεία της προσωπικότητας του συγγραφέα. Ζόρικα πράγματα για ζόρικους αναγνώστες.

Θάνος Μπλούνας
Δημοσιογράφος


H_A

Buy here: Kobo

«Τους Θεούς τους φτιάχνουν οι άνθρωποι και τους δίνουν τα δικά τους χαρακτηριστικά. Ο Θεός είναι ο πόθος μας. Είναι αυτό που δεν αγγίξαμε ποτέ. Είναι αυτό που ο άνθρωπος συνεχώς αναζητάει. Είναι αυτό που δεν θα βρούμε ποτέ στην επίγεια ζωή μας και είναι επόμενο να το μεταθέσουμε. Φτιάχνουμε λοιπόν έναν Θεό που να μας μοιάζει, αλλά του δίνουμε την ελπίδα μας να μας διαφεντεύει. Έτσι λέμε ότι στην άλλη ζωή θα είμαστε ευτυχισμένοι και αυτή είναι η ελπίδα που γλυκαίνει και απαλύνει την δύσκολη στιγμή του θανάτου».

Αυτή είναι η “φωνή” του συγγραφέα μέσα σε τούτες τις σελίδες. Είναι η θέση του ορθά σκεπτόμενου Έλληνα. Από τον καιρό των Ορφικών και του ορθολογισμού (Πλάτωνα Κριτίας), τα χρόνια του Νεοπλατωνισμού (Πλούταρχου Περί Ίσιδος και Οσίριδος), ως τα σημερινά, που ο Έλληνας επανακάμπτει στις ρίζες του, αναψηλαφώντας τις διαχρονικές αξίες του ελληνικού Πνεύματος.

Ο Γιώργος Μπιλικάς – Ορφέας, σαν γνήσιος Έλληνας διανοητής, προχωράει πολύ περισσότερο. Συνομιλεί με το Θεό και συνδιαμορφώνει το περιβάλλον του –επίγειο κι επουράνιο– μαζί Του. Κάτι παρόμοιο θα επιχειρούσε και ο σύγχρονος Έλληνας θεολόγος.
Αν ζούσε σήμερα ο Πλούταρχος, ο αρχιερέας του Απόλλωνα, ή ο Ορφέας, ο Πρώτος Θεολόγος. Και δεν είναι τυχαία η ταυτοποίηση του συγγραφέα με τον Ορφέα, τον πρώτο θεολόγο του ελληνισμού.

Ο σύγχρονος Ορφέας συναντά τον σύγχρονο Χριστό, τον Ιησού, που θέλει να εκσυγχρονιστεί και τον Ελληνοποιεί, διδάσκοντάς του το Φως της ελληνικής Σκέψης.
Το “Heaven Adventures” δεν είναι ένας τυχαίος σκωπτικός και αιρετικός λίβελος. Είναι ένα Ελληνικό νοηματικό αφήγημα που συμφιλιώνει τον σκεπτικισμό και τον αγνωστικισμό με τη βαθύτερη ουσία των μεταφυσικών θρησκευτικών αναζητήσεων, και είναι γραμμένο με μπόλικο “αττικό άλας”, με σκοπό την απολαυστική του ανάγνωση και την κατανόηση του φαινόμενου της θρησκευτικότητας.

Χρήστος Τσούκας
Συγγραφέας/Μελετητής